Τέσσερα περίπου χιλιόμετρα νότια του Ριζοβουνίου, στο λόφο «Καστρί», βρίσκεται ένας ιδιαίτερα σημαντικός αρχαιολογικός χώρος του  Θεσπρωτικού. Η ανθρώπινη παρουσία στο Καστρί ανιχνεύεται έως την Προϊστορική περίοδο, ωστόσο τα σημαντικότερα αρχαιολογικά ευρήματα χρονολογούνται στην Ελληνιστική εποχή και σχετίζονται με οχυρωμένο πόλισμα, το οποίο η έρευνα ταυτίζει με τις Βατίες ή Βατία ή Βιτία, αποικία των Ηλείων στην περιοχή της αρχαίας Κασσωπαίας.

 

 

     

 

Ο οχυρωματικός περίβολος του αρχαίου οικισμού, συνολικού μήκους 1.499 μ., εκμεταλλεύεται τις ισοϋψείς γραμμές του λόφου, για να περιβάλλει μία σχετικά επίπεδη έκταση 100 περίπου στρεμμάτων. Η κατασκευή του θα πρέπει να τοποθετηθεί στο χρονικό διάστημα μετά την ενσωμάτωση των Ηλειακών αποικιών στην Ηπειρωτική Συμμαχία υπό τον Αλέξανδρο των Μολοσσών (342 π.Χ.), γεγονός που μας είναι γνωστό από τη σχετική αναφορά του Δημοσθένη στον «Περί Αλοννήσου» λόγο του.

 

 

Το τείχος, με πλάτος 3,20/3,40 μ., είναι στο μεγαλύτερο μέρος του κατασκευασμένο κατά το πολυγωνικό σύστημα τοιχοποιίας με αδρά επεξεργασμένους ογκόλιθους από ντόπιο ασβεστόλιθο. Ενισχύεται με συνολικά 9 πύργους, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι τετράγωνοι και εντοπίζονται στο βόρειο τμήμα του. Στο βόρειο τμήμα, μία πύλη και τέσσερις πυλίδες εξασφάλιζαν την επικοινωνία του οικισμού με την ύπαιθρο αλλά και με τις πηγές της «Πριάλας», την κύρια πηγή υδροδότησης του ενώ άλλες δύο πυλίδες εντοπίζονται στο νότιο τμήμα της οχύρωσης.

 

 

Εντός των τειχών σώζονται λείψανα ιδιωτικών και δημοσίων κτηρίων, καθώς και λαξευμένες στο βράχο δεξαμενές για την αποθήκευση νερού.

 

 

Μετά το 31 π.Χ. οι Βατίες συνδέθηκαν άμεσα με τη Νικόπολη, στο «territorium» της οποίας ανήκαν. Από τους πρόποδες του λόφου περνούσε το υδραγωγείο, το οποίο μετέφερε νερό από τις πηγές του Αγ. Γεωργίου στη Ρωμαϊκή μητρόπολη (Νικόπολη).

 

 

Το Καστρί εξακολούθησε να αποτελεί κέντρο της ευρύτερης περιοχής και κατά την Ύστερη Αρχαιότητα, σύμφωνα με επισκευές και προσθήκες, που εντοπίζονται στο βόρειο και δυτικό σκέλος της οχύρωσης.

 

 

Την ίδια χρονική περίοδο στη θέση παλαιότερου δημοσίου κτηρίου, κατασκευάζεται μεγάλων διαστάσεων τρίκλιτη βασιλική, λείψανα της οποίας διατηρούνται σήμερα ενσωματωμένα στο Μεταβυζαντινό ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Ο ακριβής χρόνος και οι συνθήκες ίδρυσης της Ι.Μ. Καστριού, που κατά την περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας αποτέλεσε το σημαντικότερο πνευματικό και οικονομικό ίδρυμα της περιοχής, δεν μας είναι γνωστά. Ωστόσο είναι βέβαιο, ότι το καθολικό της κτίσθηκε και τοιχογραφήθηκε το 1670 «δια κόπου και εξόδων» του ηγουμένου Διονυσίου, επί μητροπολίτη Άρτας Βαρθολομαίου, όπως μαρτυρά η επιγραφή του υπέρθυρου της δυτικής θύρας του ναού. Κατά το 18ο αιώνα το μοναστήρι απέκτησε σημαντική περιουσία και μετόχια στα γύρω χωριά.

 

 

Η παρακμή του μοναστηριού μετά την απελευθέρωση της Ηπείρου, οδήγησε στην υπαγωγή του στην Ιερά Μονή Προφήτη Ηλία Ηλιοβουνίων, ενώ ο βομβαρδισμός των μοναστηριακών κτισμάτων, πλην του ναού, από τα Γερμανικά στρατεύματα κατοχής κατά την αποχώρηση τους από την περιοχή το 1944, είχε ως αποτέλεσμα και την οριστική εγκατάλειψή του.

 

 

Πηγή: Λάκκα Σουλίου ΙΙ  

Σπανοδήμος, X., & Ρήγινος,   Γ.

Περιβαλλοντικός – Πολιτιστικός Σύλλογος Δήμος Ζηρού

 

Back to Top